Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Θραύσματα Meissen- Ακρόπολη.

Φωτεινή Μαργαρίτη (F/M), Φωτομοντάζ «Θραύσματα Meissen- Ακρόπολη», 2011        



Ο ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Σχολιάζει ο Angelus Novus XXI

Ένα έλασσον γεγονός σε μια Αθήνα ταραγμένη από την τελευταία μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις. Τώρα που κυριαρχούν οι κραυγές, το να σκύβουμε παράλληλα και να μαζεύουμε όσα μοιάζουν με  «ψιχία», μπορεί να αποβεί έναυσμα πολιτικού στοχασμού.
Ένας Γερμανός καλλιτέχνης, ο Anselm Reyle ( Tübingen ,1970), εκθέτει σε μια μικρή έκθεση στην γκαλερί Gagosian με τον παράδοξο κατ’ αρχήν τίτλο «Meissen Θραύσματα Ακρόπολις» (σημ. η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα,  17 Οκτωβρίου – 16 Δεκεμβρίου 2011).

Τα πορσελάνινα γλυπτά του καλλιτέχνη έχουν παραχθεί σε συνεργασία με το εργοστάσιο πορσελάνης Meissen, το πρώτο εργοστάσιο στο είδος του στην Ευρώπη, που ιδρύθηκε το 1710 και μετεξελίχθηκε σε βιομηχανία, διατηρώντας τις παραδοσιακές τεχνικές του μέχρι σήμερα.
Ο Anselm Reyle εργάζεται με τα απορρίμματα της παραγωγής, τα θραύσματα από πορσελάνινα σερβίτσια, άλλα λευκά και άλλα με το διάσημο μοτίβο Blue Onion της Meissen («το σχέδιο του βαθυγάλανου βολβού»), τα οποία παρουσιάζονται με τον κλασσικό μουσειολογικό τρόπο, τοποθετημένα μέσα σε βιτρίνες, όπως τα ευρήματα αρχαιολογικής ανασκαφής. Καθώς τα θραύσματα έχουν υποστεί την τεχνική επεξεργασία της χειροποίητης πορσελάνης, διατηρούν την αίγλη του πρωτοτύπου.
Ο καλλιτέχνης δεν ενεργεί αισθητικά στο κενό. Πατάει στην παλιά μοντέρνα παράδοση, η οποία πρώτη θα έρθει σε ρήξη με  τον διαχωρισμό των καλών τεχνών από τα τεχνουργήματα και με τους τρόπους που βλέπουμε το έργο τέχνης. Βρίσκεται επίσης σε διάλογο με την ιδέα του Marcel Duchamp, πως η καθιέρωση ενός αντικειμένου  ως «έργου τέχνης» οφείλεται στην επιλογή του καλλιτέχνη και στην προμελετημένη πράξη της έκθεσης του. Κατά συνέπεια, ένα βιομηχανικής παραγωγής αντικείμενο (readymade) θα μπορούσε να γίνει "τέχνη".

Όμως η έκθεση, πέραν της αισθητικής πρότασης, επιδιώκει να φέρει σε διάλογο, όπως άλλωστε το υποδηλώνει, τα θραύσματα από τις περίφημες πορσελάνες της Meissen με αυτά  της κλασσικής αρχαιότητας. Σ’ αυτό τον διάλογο τα αποσπάσματα είναι φορείς μνήμης, μόνο και μόνο γιατί είναι αποσπάσματα, ανήκαν κάποτε σε μια ολότητα, η οποία έχει ερειπωθεί...
 Ο Anselm Reyle μοιάζει να απευθύνει ένα διακριτικό χαιρετισμό στην Αθήνα, με επίκεντρο την Ακρόπολη, η οποία  ενσαρκώνει τον κυρίαρχο τρόπο πρόσληψης της αρχαιότητας από την Ευρώπη.
 Ιδιαίτερα για την Γερμανία, η αναγωγή στην κλασσική αρχαιότητα ως ιδεατού παρελθόντος θα υπηρετήσει την αναζήτηση ενοποιητικής εθνικής ταυτότητας  μέχρι την γερμανική ενοποίηση του 1871.

Κάτω από την επιρροή της ρομαντικής γερμανικής ιδεολογίας, που βρίσκεται κοντά στο ελληνικό πολιτικό πρόβλημα του 19ου αιώνα, ο  νεοκλασικισμός θα εισέλθει και στην ελληνική επικράτεια, εξυπηρετώντας τον εθνικισμό της. Θα συνδέσει την Ελλάδα με το ένδοξο παρελθόν , εκτοπίζοντας όμως την υπόλοιπη παράδοση της .
Γρήγορα βέβαια οι φαντασιώσεις της Γερμανίας θα προκαλέσουν τοπικά αντισώματα, εκείνους που θα αντιπαλεύουν «το γερμανικό ονειροπόλημα και την νεκρή μορφοκρατία».
Και να που μετά από τόσα χρόνια, βλέπουμε αυτή την παλιά σχέση με την Γερμανία να βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Σε μια δύσκολη εποχή για τις σχέσεις των δύο χωρών, η πολιτική, διαμεσολαβημένη από τον λαϊκισμό των ΜΜΕ, μοιάζει να αναζωπυρώνει παλιές προκαταλήψεις. Από την πλευρά της Γερμανίας, η σύγχρονη Ελλάδα φαίνεται πως συμπυκνώνει ακόμη την  διάψευση του κλασσικού της παρελθόντος.
Η Γερμανία αναμφισβήτητα προκαλεί. Η εμμονή της σ’ αυτή την ανάγνωση δεν συμβαδίζει με την ωριμότητα μιας κοινωνίας η οποία έχει κάνει τολμηρές προσεγγίσεις στην ιστορία της, ιδιαίτερα για τις δύο τραγωδίες του 20ου αιώνα στις οποίες οδήγησε την Ευρώπη. Είναι γνωστό πως οι αρχαιοελληνικές ιδεοληψίες επιστρατεύθηκαν συχνά για να υπηρετήσουν την φαντασμαγορία του φασισμού και να καταστρέψουν το «διεφθαρμένο μοντέρνο πνεύμα», με κραυγαλέο παράδειγμα τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1936. Ποιος θυμάται σήμερα πως η αφή της ολυμπιακής φλόγας είναι χιτλερικής έμπνευσης;
Η εμμονή της μιας πλευράς, τροφοδοτεί τον λαϊκισμό της άλλης, της ελληνικής, για την οποία επίσης η κλασσική αρχαιότητα, προσφέρει σε περιόδους κρίσης πολιτικό άλλοθι για φοβική περιχαράκωση και εθνικισμούς.
Ο Anselm Reyle δεν φαίνεται να διακατέχεται από  τις παραπάνω ιδεοληψίες.
Απομακρύνεται από τα στερεότυπα της εξιδανικευμένης κλασσικής αρχαιότητας, όπως επίσης φαίνεται να παραμένει έξω από την τρέχουσα πολιτική. Απέναντι στα θραύσματα της Ακρόπολης, που αναφέρονται στο ιδεατό παρελθόν, εκείνος τοποθετεί με τόλμη , θραύσματα που αναφέρονται στο πραγματικό παρελθόν της πατρίδας του, στην δική της ιστορία. Στην από τον 18ο αιώνα σταδιακή εκβιομηχάνιση της χώρας του, που στηρίχθηκε σε μια πλούσια παράδοση των συντεχνιών της, όπως η περίπτωση της βιομηχανίας Meissen, θεμελιώθηκε όχι μόνο η οικονομική ισχύς της Γερμανίας, αλλά και η ανάπτυξη ενός πλούσιου αστικού παρελθόντος και μιας κοινωνίας που όμως είδε τον εαυτό της να καταστρέφεται ανεπιστρεπτί στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Συγγραφείς (Τόμας Μάν,  Στέφαν Τσβάιχ κ.α.) έδειξαν με το έργο τους αυτή την καταστροφή που εξέθρεψε την άνοδο του ναζισμού.
Ο Walter Benjamin επίσης θα την περιγράψει στο έργο του «τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το 1900», γραμμένο το 1932-1933. Σε ένα από τα θραύσματα (Οι προσκεκλημένοι) που συνθέτουν αυτό το αυτοβιογραφικό φιλοσοφικό δοκίμιο, αποδίδει την μεταιχμιακή ατμόσφαιρα ενός κόσμου που καθώς πεθαίνει εμπεριέχει την μελλοντική τραγωδία. Ανάμεσα στα πολύτιμα αντικείμενα που πρωταγωνιστούν στην μεσημεριανή τελετουργία ενός αστικού σπιτιού (της οικογένειας του), είναι και οι περίφημες πορσελάνες Meissen, οι οποίες αποκτούν αλληγορικό χαρακτήρα, καθώς πλησιάζει η νύχτα… «Επάνω τους πέφτει το βλέμμα του καταδικασμένου».
Στην παρούσα έκθεση, ο Anselm Reyle στήνει τον δικό του διάλογο με τα θραύσματα της ιστορίας των δύο χωρών, μοιάζει, χωρίς καν να το γνωρίζει, να συναντάει αναδρομικά την γενιά του ’30, που επιχείρησε κι εκείνη να «χειραφετηθεί» από τα στερεότυπα, να δώσει την δική της εκδοχή για μια άλλη αρχαιότητα, αλλά και για μια άλλη μοντέρνα Ελλάδα .

Η Ελλάδα, συχνά σκέπασε με στάχτη τα διαμάντια της, που παρήγαγε η δύσκολη μοντέρνα πορεία δύο αιώνων. Ας αναρωτηθούμε: Γιατί δεν κατάφερε να προστατεύσει την πλούσια χειροτεχνική ή βιομηχανική της παράδοση στα χρόνια του μεσοπολέμου, την δική της Meissen; Γιατί εν καιρώ ειρήνης   κατέστρεψε (και καταστρέφει) τον παραγωγικό της πλούτο; Σήμερα ακόμη, μπροστά στον γερμανικό εκβιασμό, μοιάζει χωρίς διαπραγμάτευση να εγκαταλείπει όλους τους οραματιστές μιας άλλης Ελλάδας, τους ίδιους τους ποιητές της…Και γι’ αυτό δεν φταίνε μόνο οι ξένοι!
Ο Anselm Reyle με τον λιτό διάλογο που ανοίγει, μας χαρίζει σχεδόν απροσδόκητα και σάμπως τυχαία, τις προσπάθειες της γενιάς του ’30 και όχι μόνο, οι  οποίες παρέμειναν ανολοκλήρωτες.
Μοιάζει όμως να περιμένει και τους μελλοντικούς έλληνες συνομιλητές του. Είναι αναμφισβήτητο πως η αντίστοιχη του καλλιτέχνη γενιά ελλήνων δημιουργών έχει τις τελευταίες δεκαετίες εγκλωβιστεί σε μεγάλο βαθμό στον ναρκισσισμό, στην απομόνωση και την ευπώλητη «αντιγραφή», ενώ το κενό επιχειρείται σήμερα εσπευσμένα να καλυφθεί από ηχηρές φαντασμαγορίες (marathon project, ντέρτι humanism κλπ).

Καθώς η ύφεση καλπάζει, πάνω στην Ελλάδα πέφτει η σκιά μιας νέας καταστροφής και η Ακρόπολη δεν φαίνεται διατεθειμένη να επιστρατεύσει την παλιά της δόξα για να μας προστατεύσει!  Όπως άλλοτε, όταν γύρω από το τραπέζι, το μοτίβο του βολβού από το πορσελάνινο σερβίτσιο Meissen, αντιστεκόταν στα βλέμματα του Benjamin και δεν ήταν διατεθειμένο να επιστρατεύσει ούτε το μικρότερο από τα φύλλα του για να τον προστατεύσει: «όσο πλησίαζε το βράδυ, τόσο περισσότερο κρυβόταν αυτό το φωτεινό και ευδαιμονικό κατιτί που μου υποσχόταν το μεσημέρι.»…

Φωτεινή Μαργαρίτη (F/M)

Σημειώσεις-Αναφορές

# To άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, περιοδικό Έψιλον, 1072 / 6-11-2011, σ. Ε28-Ε30.
# Angelus Novus: Δάνειο από τον ομώνυμο πίνακα του Πώλ Κλέε (1920). Ο Benjamin αγοράζει το 1921, όπως μαθαίνουμε από τον φίλο του Γκέρσομ Σόλεμ,  την ακουαρέλα του Κλέε για χίλια μάρκα (14 δολλάρια!), παρ’ όλο που πένεται. Θα αναπτύξει με τον Angelus Novus μια ιδιαίτερη σχέση και σε μια από τις Θέσεις πάνω στην έννοια της ιστορίας (το τελευταίο έργο του γραμμένο το 1940), θα κάνει χρήση της αλληγορίας που του εμπνέει. «Μια ζωγραφιά του Κλέε», λέει, «ο Angelus Novus, παρουσιάζει έναν άγγελο που θέλει λες ν’ απομακρυνθεί από κάτι που κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του ατενίζουν, το στόμα είναι ανοιχτό, τα φτερά απλωμένα. Έτσι φαντάζεται κανείς τον Άγγελο της Ιστορίας. Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν. Εκεί που εμείς βλέπουμε μιαν αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μία και μόνη καταστροφή που στοιβάζει συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια και τα σαρώνει στα πόδια του. Ο Άγγελος θα ήθελε να παραμείνει, να ξυπνήσει τους νεκρούς, να ενώσει πάλι τα σπασμένα.»
Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο BENJAMIN Walter. Μονόδρομος,(εισαγωγή-μετάφραση: Νέλλη Ανδρικοπούλου), Αθήνα : Άγρα, 2004, (α΄ εκδ. 1928, Βερολίνο – β΄ εκδ. 1955), 139 σ. και ειδικότερα από το θραύσμα «Αυτοκρατορικό Πανόραμα. Ταξίδι μες στον γερμανικό πληθωρισμό».

  • BENJAMIN Walter. Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια, (Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου), Αθήνα : Άγρα, 2005, 158 σ. και ειδικότερα το θραύσμα Οι προσκεκλημένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου