Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Κίεβο και άλλες «πόλεις – μάρτυρες» XXI.

Ossip Zadkine The Destroyed City, Rotterdam 1951
Σαν μια «κραυγή τρόμου ενάντια στην απάνθρωπη βαρβαρότητα της τυραννίας».( Ossip Zadkine, φτάνοντας με τραίνο το 1946 και αντικρίζοντας το ερειπωμένο  Rotterdam)

Να προσγειώνομαι θα ήθελα και να βλέπω πως ο θάνατος είναι ατομικός….

# Καθώς αυτή την φορά πρωταγωνιστεί  ο βάρβαρος πόλεμος στο Κίεβο μέσα σε μια κατά τα άλλα αλυσιδωτή εξέλιξη ενός διαρκούς πολέμου στον κόσμο και στην Ευρώπη, θυμήθηκα ένα πολύ παλιό ανάγνωσμα, διαβασμένο στα γαλλικά: La Cité à travers l'histoire (η πόλη μέσα από την ιστορία) του Αμερικανού Lewis Mumford (1895-1990).
Βιβλίο γραμμένο το 1960, το θεωρώ κλασσικό και αξεπέραστο στο είδος του και το προτείνω διαχρονικά στους σπουδαστές αρχιτεκτονικής..Θα μπορούσε όμως να είναι και γενικού ενδιαφέροντος, τώρα ιδιαίτερα που η ιστορία δεν είναι ανάγνωσμα πολυτελείας. Γιατί πως να καταλάβεις τον κόσμο ολόκληρο τελικά και αυτή την αποκαλυπτική καταστροφή πόλεων σήμερα, χωρίς να έχεις τουλάχιστον αίσθηση της ιστορίας, χωρίς να εντάσσεις τα γεγονότα στο μεγάλο φόντο της ιστορίας... Δυσδιάκριτα θα έλεγα πως είναι τελικά τα όρια αυτής της ιστορίας μακράς διάρκειας με την φιλοσοφία της ιστορίας, την πολιτική φιλοσοφία, αλλά και με μια νέα θεώρηση του κόσμου λιγότερο εθνική και περισσότερο οικουμενική, που θέλοντας και μη μας επιβάλλεται.

Δύο τάσεις (ζωή και θάνατος) κατοικούν στην πόλη
# Ο Lewis Mumford έλεγε πως δύο τελικά τάσεις κατοικούν στην πόλη: η μία που την κάνει να ζει, η άλλη που την σπρώχνει στον θάνατο. Και η οπτική του αυτή διέτρεχε όλη την ιστορία των πόλεων, από την καταγωγή τους μέχρι το 1960, τότε που τέλειωνε τη συγγραφή του βιβλίου. Hταν μόλις δέκα πέντε χρόνια μετά την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου και η πρόσφατη ιστορική εμπειρία τροφοδοτούσε και ενίσχυε την άποψη του, πως οι μοντέρνες πόλεις εξελίσσονται σε μεγάλες μηχανικές δομές (megamachines), σαν ένα είδος μηχανών που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους σαν εξαρτήματα. Και ότι από αυτή την άποψη, μέσω της τεχνολογίας, ο πόλεμος και η ειρήνη μπορεί να επικοινωνούν και να αλληλοτροφοδοτούνται, αναιρώντας τελικά κάθε έννοια προόδου. Σίγουρα ήταν μια άποψη ιδιαίτερα πεσιμιστική, που ωστόσο με έθελγε με ένα τρόπο ρομαντικό, ανθρωπιστικό. Γιατί κατά τα άλλα,  είκοσι χρόνια μετά, αρχές δεκαετίας του ΄80 που το διάβαζα, ανήκα ήδη στις μεταπολεμικές γενιές που είχαν πιστέψει ότι (με εξαίρεση το Βιετνάμ) δεν θα ξαναδούν πόλεμο.

Γιγαντιαίο ολοκαύτωμα των πόλεων
# Θυμήθηκα πως στο πυκνό κείμενο του βιβλίου, παρεμβάλλεται μια  πολύ ενδιαφέρουσα μαυρόασπρη εικονογράφηση.
Αυτό που είχα βρει εξαιρετικό ήταν οι λεζάντες του Lewis Mumford. Στην πραγματικότητα δεν ήταν ακριβώς λεζάντες, αλλά  μικρά δοκίμια αυτόνομα, σαν κεφάλαια του βιβλίου. που σχολίαζαν τις φωτογραφίες.
Μεταξύ άλλων υπήρχε το εικονογραφημένο δοκίμιο με τίτλο «Καταστροφή και Αναγέννηση». Και αναφερόταν σε πολλά παραδείγματα, όπου ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος (ένα είδος γήινης «βάρβαρης ενέργειας») , κατέστρεφε ολόκληρες πόλεις. Ξεκίνησε με τους εναέριους βομβαρδισμούς των πόλεων από τους Ναζί (Βαρσοβία, Ρόττερνταμ, Λονδίνο, Μάντσεστερ, Λίβερπουλ…) και συνεχίστηκε με την ίδια απάντηση από τις συμμαχικές δυνάμεις (Βερολίνο, Αμβούργο, Δρέσδη, Τόκιο, Χιροσίμα…). Και με τον τρόπο αυτό εισήλθε η ανθρωπότητα (αλλά και οι πόλεις)  σε μια νέα  εποχή, η οποία έκανε σύμφωνα με τον Mumford οικουμενικό το γιγαντιαίο ολοκαύτωμα των αστικών περιοχών. Και βέβαια η αναγέννηση αναφερόταν στην προσπάθεια και την θέληση αυτών των «πόλεων- μαρτύρων», όπως τις αποκαλούσε, να αναδυθούν από τις στάχτες και να ξανακτίσουν μεταπολεμικά, τουλάχιστον το καταστρεμμένο ιστορικό τους κέντρο. Συγκράτησα μάλιστα  ένα εντυπωσιακό υπερμέγεθες άγαλμα με ανοιχτά τα χέρια, να δεσπόζει μιας πόλης. Όπως διάβαζα, ήταν του γλύπτη Ossip Zadkine στο κέντρο μιας πλατείας του Rotterdam. Σύμφωνα με τον Mumford «το άγαλμα εκφράζει την αγωνία της πόλης που το κέντρο της αφανίστηκε από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς τον Μάιο του 1940, οι οποίοι στοίχισαν 30.000 νεκρούς...».

Όπου ο θάνατος είναι και ατομικός…
# Ένα άλλο στοιχείο που είχα συγκρατήσει επίσης και μου άρεσε ιδιαίτερα σ' αυτό το βιβλίο, ήταν η τάση του να αντιμετωπίζει την πόλη σαν έναν άνθρωπο (πχ οι «πόλεις- μάρτυρες» και άλλα πολλά) και την καταστροφή της σαν ένα «ατομικό» θάνατο. Και έτσι πόλη και άνθρωποι ήταν σαν Ένα.
Είναι κάτι που πολύ σκέφτομαι σήμερα. Όταν βλέπω τις πόλεις που φλέγονται παντού σ' όλο τον κόσμο, από το Κίεβο, μέχρι αυτές που προηγήθηκαν στην Συρία (επί παραδείγματι την Δαμασκό ή το Χαλέπι), δεν μου αρκούν πια οι εικόνες που προσεγγίζουν την καταστροφή από απόσταση, με την λογική των γεγονότων, με ένα τρόπο ωμό μεν, αλλά ουδέτερο και αντικειμενικό. Σαν τον Mumford θα ήθελα να προσγειώνομαι και να βλέπω πως ο θάνατος είναι ατομικός. Σε κάθε πρόσωπο, σε κάθε κτίριο, σε κάθε άγαλμα, σε κάθε πλατεία...Αλλάζει σίγουρα η οπτική σου, γίνεται σ' ένα μεγάλο βαθμό φιλοσοφική υπαρξιακή, έστω και αν ο πόλεμος εκτυλίσσεται εδαφικά και περιστασιακά πέραν των δικών σου συνόρων, δεν σε αφορά δηλαδή άμεσα. Και αυτή η οπτική τείνει να υπερβεί τα εθνικά σύνορα, να γίνει περισσότερο οικουμενική.

Οι πόλεις σαν μεγάλες ετοιμοπόλεμες μηχανικές δομές
# Παρακάμπτοντας πάντως την υψηλή τεχνολογία της εποχής που επιτρέπει να βλέπεις τον πόλεμο από απόσταση και σαν θέαμα και καθώς «προσγειώνομαι» στο έδαφος, όλοι οι τελευταίοι πόλεμοι, ιδιαίτερα οι εμφύλιοι και παγκόσμιοι ταυτόχρονα (όπως της Ουκρανίας), μου φαίνονται πλέον ότι εμπίπτουν σε ένα είδος παρορμητικού πρωτογονισμού. Όταν υπερβεί κανείς όλες τις άλλες αναγκαίες προσεγγίσεις και φτάσει μέχρι του σημείου να εστιάσει στις ανθρώπινες συμπεριφορές μεταξύ των αντιπάλων και την απίστευτη αγριότητα τους, βλέπει τελικά πως δεν είναι τα τεχνικά μέσα που υπερέχουν, αλλά το αντίθετο, μια κατάσταση  όπου η ίδια η κοινωνία μοιάζει να αποσυντίθεται σε ανθρώπινα «ράκη», σε σύγχρονους πρωτόγονους ντυμένους με κουρέλια. Και μοιάζει με άλλα λόγια σαν ο πόλεμος να είναι  απλώς η απασφάλιση της δικλείδας ασφαλείας σε μια κοινωνία που μέχρι πρότινος ζούσε ειρηνικά και όπου ο πόλεμος νομίζεις πως υπήρχε διαρκώς, κάτι σαν λανθάνουσα (ή κατεψυγμένη) πραγματικότητα. Κοινωνική εξαθλίωση, νεοναζιστικά κινήματα και πόλεμος στην Ευρώπη, τα έχουμε πλέον όλα…Και είναι αυτό το γεγονός που σοκάρει πέραν όλων των άλλων, γιατί ακυρώνει τελικά κάθε έννοια τρέχουσας αριθμητικής και συνεχούς προόδου ή εξέλιξης και προσεγγίζει αυτή την τόσο παλιά αλλά και τόσο σύγχρονη ιδέα του Mumford για τις μεγάλες ετοιμοπόλεμες μηχανικές δομές με τους ανθρώπους σαν εξαρτήματα, …Πώς να εξηγήσεις αλλιώς όλα αυτά που συμβαίνουν.

Τεχνολογία που αντιστρατεύεται το «άστυ»
# Τώρα καταλαβαίνω πως η ανθρωποκεντρική (σχεδόν ατομοκεντρική) θεώρηση της πόλης από τον Mumford ήταν πολύ σύγχρονη και καθόλου παλιά πεσιμιστική. Δεν έβλεπε την πόλη  και το άτομο αποξενωμένα το ένα από το άλλο, κάτι στο οποίο αφιέρωσε άλλωστε και το υπόλοιπο έργο του. Ο Άνθρωπος σύμφωνα με τον Mumford είναι αυτοδημιούργητος, είναι εκείνος που έφτιαξε τις πόλεις και όλο τον κόσμο των υλικών αντικειμένων γύρω του. Όμως αυτό δεν αρκεί. Θα πρέπει να γίνεται μια σαφής διάκριση:  ανάμεσα αφ’ ενός στην τεχνολογία και αφ’ ετέρου στην τέχνη και την τεχνική, που είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Η τεχνολογία μπορεί να  αυτονομείται από τον άνθρωπο και να εξελίσσει τεχνικές και μηχανισμούς στην υπηρεσία της «βάρβαρης ενέργειας» (από την πλήρη κατάσχεση της φύσης και την άσκηση βάρβαρης πολιτικής και άλλης εξουσίας σε καιρό ειρήνης, μέχρι τον ίδιο τον πόλεμο), τροφοδοτώντας την τάση προς τον θάνατο. Η τέχνη και η τεχνική τροφοδοτεί την τάση για ζωή, υπηρετεί τον άνθρωπο και το «άστυ». Σε μια τέτοια κατεύθυνση, ακόμη και  το σχέδιο μιας πόλης σε καιρό ειρήνης έχει σημασία  να είναι μια πράξη ζωής και αντίστασης, να αντιστρατεύεται την διαρκή τάση προς τον «θάνατο». Και έχει μεγάλη σημασία να μην είναι το έργο μιας «αυθεντίας» ή μιας μηχανής, αλλά να είναι το έργο μιας κοινωνίας που διαρκώς εξειδικεύεται στον Άνθρωπο. Όχι στον ανθρώπινο μέσο όρο, αλλά στο άτομο. Γιατί οι πόλεις μπορεί να αναπτύσσονται και να προοδεύουν και να παράγουν ιστορία (και πολέμους) αλλά μόνο το «άστυ» (και η μικρή ανθρωποκεντρική κλίμακα) απλωμένο σαν ένα δίχτυ μέσα στην σύγχρονη μεγαλούπολη,  μπορεί να παράγει πολιτισμό.
Η “φυσική” και επιφανειακά αντιμοντέρνα στάση του Mumford, δεν  καταφέρεται εναντίον της μηχανής, απλώς  υπογραμμίζει ότι η μηχανή μπορεί να μην είναι σκοπός, αλλά ένα μέσον, αν ο άνθρωπος μπορεί να την χρησιμοποιήσει μέσα σ’ ένα πνεύμα  δημιουργίας και διάσωσης της ζωής από τον κατακλυσμό..
Οι ιδέες του Lewis Mumford σε συνδυασμό με την παγκόσμια επικαιρότητα, είναι σαν να μας βάζουν να σκεφτούμε τις πόλεις πάλι από την αρχή, αναθεωρώντας πλήρως τα όσα γνωρίζαμε μέχρι τώρα….

Φωτεινή Μαργαρίτη (F/M)

 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου